Μετάφραση του "consequentie" σε Ελληνικά
Το συνέπεια είναι η μετάφραση του "consequentie" σε Ελληνικά.
consequentie
noun
feminine
γραμματική
Dat wat volgt op iets van wat het afhangt.
-
συνέπεια
noun feminineHet is gewoon nog een consequentie van George zijn ongehoorzaamheid en dwaasheid.
Υπάρχει άλλη συνέπεια για την ανυπακοή και την ασυνέπεια του Τζώρτζ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " consequentie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη