Μετάφραση του "constipatie" σε Ελληνικά
Το δυσκοιλιότητα είναι η μετάφραση του "constipatie" σε Ελληνικά.
constipatie
noun
feminine
γραμματική
verstopping, harde of uitblijvende ontlasting
-
δυσκοιλιότητα
noun feminineIk weet niet of het de pijnlijke botten of constipatie die ik nog meer mis.
Δεν ξέρω αν είναι τα πονεμένα κόκκαλα ή η δυσκοιλιότητα που μου λείπει περισσότερο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " constipatie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη