Μετάφραση του "consument" σε Ελληνικά
Οι καταναλωτής, Καταναλωτής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consument" σε Ελληνικά.
consument
noun
masculine
γραμματική
algemene term voor personen, huishoudens die goederen en diensten verbruiken die worden geproduceerd in de economie
-
καταναλωτής
nounDe consument kan echter gedurende die termijn de nakoming opschorten.
Ωστόσο, ο καταναλωτής δύναται να απόσχει από εκτέλεση κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
-
Καταναλωτής
heterotroof organisme dat leeft van andere organismen
De consument kan echter gedurende die termijn de nakoming opschorten.
Ωστόσο, ο καταναλωτής δύναται να απόσχει από εκτέλεση κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " consument " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "consument" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προστασία του καταναλωτή
-
καταναλωτικά κίνητρα
-
Δίκτυο των Ευρωπαϊκών Κέντρων Καταναλωτών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη