Μετάφραση του "contact" σε Ελληνικά

Οι επαφή, επικοινωνία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contact" σε Ελληνικά.

contact noun neuter γραμματική

een toestand waarbij twee voorwerpen elkaar raken [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επαφή

    noun feminine

    Rebecca zei dat ze contact gemaakt had met een man genaamd Boothe.

    Rebecca είπε ότι ήρθε σε επαφή με ένα άτομο που ονομάστηκε Boothe.

  • επικοινωνία

    noun feminine

    Voor contact met de machinekamer mogen in plaats van een spreekverbinding optische en akoestische signalen worden gebruikt.

    Η επικοινωνία με τα μηχανοστάσια μπορεί να γίνεται μέσω οπτικού η ακουστικού σήματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " contact " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "contact" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "contact" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη