Μετάφραση του "continu" σε Ελληνικά

Οι αδιάκοπος, συνεχής, συνεχώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "continu" σε Ελληνικά.

continu adjective adverb γραμματική

Geen onderwerp of gevoeligheid voor verandering of afwijking in vorm, kwaliteit of aard. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιάκοπος

    adjective masculine

    Χωρίς διακοπή.

  • συνεχής

    adjective m;f

    Χωρίς διακοπή.

    In het geval van continue meting wordt elke momentane meting omgezet vooraleer verdere berekeningen worden uitgevoerd.

    Για συνεχή μέτρηση, η μετατροπή πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε στιγμιαία μέτρηση πριν από κάθε περαιτέρω υπολογισμό.

  • συνεχώς

    adverb

    Eisen inzake nieuwe functies en nieuwe informatietypes worden continu besproken in de besluitvormingsorganen.

    Τα αιτήματα για νέες λειτουργίες και νέους τύπους πληροφοριών συζητούνται συνεχώς στο πλαίσιο των οργάνων λήψης αποφάσεων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαρκής
    • πάντοτε
    • πάντα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " continu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "continu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "continu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη