Μετάφραση του "crisis" σε Ελληνικά
Οι κρίση, ύφεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crisis" σε Ελληνικά.
crisis
noun
feminine
γραμματική
een zware noodsituatie waarbij het functioneren van een stelsel ernstig verstoord raakt [..]
-
κρίση
noun feminineElke man heeft drie grote crises in z'n leven.
Οι άνδρες αντιμετωπίζουν τρεις κρίσεις στη ζωή τους.
-
ύφεση
noun feminineEen tijdsperiode met een practisch economische stilstand, gekenmerkt door hoge werkloosheid en een laag investeringsniveau.
Dit alles kan de bouw van Europa in een crisis storten.
Αυτή η εικόνα οδηγεί ολοφάνερα στην ύφεση της ευρωπαϊκής οικοδόμησης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " crisis " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "crisis" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οικονομική κρίση
-
πολιτική κρίση
-
χρηματοοικονομική κρίση
-
διπλωματική κρίση
-
νομισματική κρίση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη