Μετάφραση του "dadelijk" σε Ελληνικά

Οι αμέσως, ακαριαίος, άμεσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dadelijk" σε Ελληνικά.

dadelijk adverb

Onmiddelijke aandacht vereisend. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμέσως

    adverb

    Op een onmiddelijke wijze; onmiddelijk of zonder uitstel.

    De kleur moet dadelijk na de verdunning van het product worden bepaald.

    Το χρώμα πρέπει να προσδιορίζεται αμέσως μετά την αραίωση του προϊόντος.

  • ακαριαίος

    adjective
  • άμεσα

    adverb

    Ik adviseer om dadelijk een rechtsgeding te beginnen, om die regel aan te vechten.

    Προτείνω να υποβάλουμε άμεσα αγωγή για να αντικρούσουμε το ψήφισμα.

  • απευθείας

    adverb

    Maar Gina Romero ging niet dadelijk naar Stones huis.

    Αλλά η Τζίνα Ρομέρο δεν πήγε απευθείας στο σπίτι του Στόουν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dadelijk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dadelijk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη