Μετάφραση του "daling" σε Ελληνικά

Οι μείωση, καταβιβασμός, χαμήλωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "daling" σε Ελληνικά.

daling noun feminine γραμματική

Een helling waarlangs men afdaalt. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μείωση

    noun feminine

    Met name de daling van de verkoopprijzen had ongunstige gevolgen voor de rentabiliteit.

    Ειδικότερα, η μείωση των τιμών πώλησης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής είχε αρνητικό αντίκτυπο στην αποδοτικότητά του.

  • καταβιβασμός

  • χαμήλωμα

  • κατέβασμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " daling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "daling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη