Μετάφραση του "danser" σε Ελληνικά

Οι χορευτής, χορεύτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "danser" σε Ελληνικά.

danser noun masculine γραμματική

een mannelijk persoon die danst [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χορευτής

    noun masculine

    persooon die danst

    Als ik geen toneelschrijver zou zijn, zou ik een danser zijn geweest.

    Aν δεν ήμουν ένας μεγιστο-τεράστιος συγγραφέας, θα ήμουν επαγγελματίας χορευτής.

  • χορεύτρια

    noun feminine

    Jij bent de danser die niet kan dansen.

    Κι εσύ η χορεύτρια που δεν μπορεί να χορέψει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " danser " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "danser" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • χορευτής ερωτικών χορών · χορεύτρια
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "danser" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη