Μετάφραση του "dateren" σε Ελληνικά
Το ημερομηνία είναι η μετάφραση του "dateren" σε Ελληνικά.
dateren
verb
γραμματική
de datum van ontstaan bepalen
-
ημερομηνία
noun feminineIn dat geval tekent en dateert de getuige het document voor geïnformeerde toestemming.
Στην περίπτωση αυτή ο μάρτυρας υπογράφει το έγγραφο της συναίνεσης έπειτα από ενημέρωση και θέτει ημερομηνία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dateren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη