Μετάφραση του "defaitisme" σε Ελληνικά

Οι ηττοπάθεια, ντεφετισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "defaitisme" σε Ελληνικά.

defaitisme noun neuter γραμματική

ongeloof in het eigen succes. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηττοπάθεια

    noun masculine

    Een geestesgesteldheid waarin iemand te gemakkelijk een nederlaag verwacht of aanvaard.

    Verval en corruptie gaan samen met defaitisme en passiviteit.

    Η παρακμή και η διαφθορά συνοδεύεται από ηττοπάθεια και έλλειψη δράσης.

  • ντεφετισμός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " defaitisme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "defaitisme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη