Μετάφραση του "dek" σε Ελληνικά

Οι κατάστρωμα, γέφυρα, κουβέρτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dek" σε Ελληνικά.

dek noun verb neuter γραμματική

een verdieping op een schip

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάστρωμα

    noun neuter

    Over het gehele dek moeten de sensoren uit staan.

    Οι αισθητήρες πρέπει να βρίσκονται εκτός σε όλο το κατάστρωμα.

  • γέφυρα

    noun feminine

    En dan maakt hij die perfecte zwaai en het zwaard blijft rechtop in het dek steken.

    And then he just makes this totally perfect toss και το ξίφος τελειώνει καρφώνοντάς το στην γέφυρα του πλοίου.

  • κουβέρτα

    noun feminine

    Ik dekte haar toe en vertrok.

    Τη σκέπασα με μια κουβέρτα κι έφυγα.

  • Κατάστρωμα

    .7 Schottendek is het bovenste dek tot hetwelk de waterdichte dwarsschotten zijn opgetrokken.

    .7 Κατάστρωμα στεγανών διαφραγμάτων είναι το ανώτατο κατάστρωμα μέχρι του οποίου φέρονται τα εγκάρσια στεγανά διαφράγματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "dek"

Φράσεις παρόμοιες με "dek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη