Μετάφραση του "delen" σε Ελληνικά

Οι διαίρεση, μοιράζω, διαιρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "delen" σε Ελληνικά.

delen verb noun γραμματική

samen met een ander gebruiken [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαίρεση

    noun feminine

    Een halve croupon wordt verkregen door de croupon overlangs in helften te delen.

    Το demi-croupon λαμβάνεται με διαίρεση του croupon σε δύο μέρη κατά μήκος της πλάτης.

  • μοιράζω

    verb

    Kopieer ze, deel ze uit, en vind de die dat we nodig hebben.

    Αντέγραψε τα, μοίρασε τα, βρες αυτά που χρειαζόμαστε.

  • διαιρώ

    verb

    Delen door het aantal mensen, min schoenen en riemen.

    Διαιρώ τον αριθμό ανθρώπων, αφαιρώ ζώνες και παπούτσια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μετοχή
    • Διαίρεση
    • κοινή χρήση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " delen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "delen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "delen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη