Μετάφραση του "dessert" σε Ελληνικά
Οι επιδόρπιο, γλυκό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dessert" σε Ελληνικά.
dessert
noun
neuter
γραμματική
Een zoet voedingsmiddel dat als laatste gang van een maaltijd opgediend wordt.
-
επιδόρπιο
noun neuterHet wordt gegeten als hoofdmaaltijd, niet als dessert.
Καταναλώνεται κατά τη διάρκεια του γεύματος σαν κυρίως πιάτο, όχι επιδόρπιο.
-
γλυκό
noun neuterDie trouwens geen goed dessert bij sushi waren.
Ναι που δεν ήταν και το τέλειο γλυκό μετά το σούσι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dessert " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "dessert"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη