Μετάφραση του "deur" σε Ελληνικά

Οι πόρτα, θύρα, Πόρτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deur" σε Ελληνικά.

deur noun feminine γραμματική

een afsluiting van een toegang tot een ruimte, gemaakt van hout, metaal of kunststof

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόρτα

    noun feminine

    Ik vroeg Tom om de deur dicht te doen.

    Ζήτησα από τον Τομ να κλείσει την πόρτα.

  • θύρα

    noun feminine

    Er moet minstens één deur zijn waar rolstoelgebruikers door kunnen.

    Πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μια θύρα για χρήστες αναπηρικής πολυθρόνας.

  • Πόρτα

    Ik vroeg Tom om de deur dicht te doen.

    Ζήτησα από τον Τομ να κλείσει την πόρτα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "deur"

Φράσεις παρόμοιες με "deur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη