Μετάφραση του "dictee" σε Ελληνικά

Το υπαγόρευση είναι η μετάφραση του "dictee" σε Ελληνικά.

dictee noun neuter γραμματική

een tekst die wordt gedicteerd en door andere personen wordt opgeschreven als toets in het correct spellen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπαγόρευση

    noun

    De laatste die ik ving hem met was zo dom... ze dacht dictee was een soort van S en M reis.

    Η τελευταία μου τον έπιασε με ήταν τόσο χαζή... σκέφτηκε υπαγόρευση ήταν κάποιο είδος S και M ταξίδι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dictee " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dictee" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη