Μετάφραση του "dief" σε Ελληνικά

Το κλέφτης είναι η μετάφραση του "dief" σε Ελληνικά.

dief noun masculine γραμματική

Iemand die eigendom neemt toebehorend aan iemand anders met de bedoeling van het voor zichzelf te houden of het te verkopen.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλέφτης

    noun masculine

    όποιος κλέβει [..]

    Je bent een dief en een leugenaar, ik vertrouw je nooit meer.

    Είσαι ένας κλέφτης και ψεύτης και δεν θα σε επιστευτώ ποτέ ξανά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dief " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dief" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη