Μετάφραση του "diepgang" σε Ελληνικά
Οι βύθισμα, Βύθισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diepgang" σε Ελληνικά.
diepgang
noun
masculine
γραμματική
-
βύθισμα
Hierbij moet worden uitgegaan van de maximum toelaatbare diepgang in plaats van het basiszomervrijboord.
Σχετικά με αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το μέγιστο επιτρεπτό λειτουργικό βύθισμα αντί του ύψους των εξάλων θέρους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " diepgang " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Diepgang
-
Βύθισμα
Hierbij moet worden uitgegaan van de maximum toelaatbare diepgang in plaats van het basiszomervrijboord.
Σχετικά με αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το μέγιστο επιτρεπτό λειτουργικό βύθισμα αντί του ύψους των εξάλων θέρους.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη