Μετάφραση του "dilettant" σε Ελληνικά
Οι ερασιτέχνης, ερασιτέχνις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dilettant" σε Ελληνικά.
dilettant
noun
masculine
γραμματική
Iemand die iets als hobby beoefent.
-
ερασιτέχνης
nounIemand die iets als hobby beoefent.
Een onbemiddelde, hoererende dilettant, wiens godslastering ons bedreigt.
Ένας άπορος, ερασιτέχνης που εκπορνεύεται, και που η αλαζονεία του μας απειλεί όλους.
-
ερασιτέχνις
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dilettant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη