Μετάφραση του "direct" σε Ελληνικά

Οι άμεσος, αμέσως, άμεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "direct" σε Ελληνικά.

direct adjective adverb γραμματική

Onmiddelijke aandacht vereisend. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άμεσος

    adjective masculine

    Als wordt vastgesteld dat de consument direct gevaar loopt, wordt een waarschuwing gegeven.

    Εάν διαπιστωθεί άμεσος κίνδυνος για τον καταναλωτή, εκδίδεται κοινοποίηση προειδοποίησης.

  • αμέσως

    adverb

    Op een onmiddelijke wijze; onmiddelijk of zonder uitstel.

    Ik zal u direct de rekening brengen.

    Θα σας φέρω αμέσως το λογαριασμό.

  • άμεση

    adjective feminine

    Hij is gewoon knorrig omdat ik gelijk had over directe aanval.

    Είναι δύστροπος γιατί είχα δίκιο για την άμεση επίθεση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άμεσο
    • άμεσα
    • απευθείας
    • κατευθείαν
    • ευθέως
    • ακέραιος
    • εύκολα
    • λάιβ
    • ζωντανά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " direct " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "direct" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "direct" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη