Μετάφραση του "discipline" σε Ελληνικά
Οι πειθαρχία, Πειθαρχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "discipline" σε Ελληνικά.
Beheerst gedrag resulterend uit disciplinaire training.
-
πειθαρχία
noun feminineDaarom is de financiële discipline niet op deze lidstaat van toepassing.
Κατά συνέπεια, η δημοσιονομική πειθαρχία δεν θα εφαρμοστεί στο εν λόγω κράτος μέλος.
-
Πειθαρχία
Daarom is de financiële discipline niet op deze lidstaat van toepassing.
Κατά συνέπεια, η δημοσιονομική πειθαρχία δεν θα εφαρμοστεί στο εν λόγω κράτος μέλος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " discipline " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Discipline, toezicht en straf
"Discipline" στο λεξικό Ολλανδικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Discipline στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "discipline" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στρατιωτική πειθαρχία