Μετάφραση του "discovery" σε Ελληνικά
Οι ανακάλυψη, εντοπισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "discovery" σε Ελληνικά.
discovery
-
ανακάλυψη
noun feminineEigen aan een „ondernemingsgezind ontdekkingsproces” (entrepreneurial discovery) is dat er wordt geëxperimenteerd, risico's niet uit de weg worden gegaan en mislukkingen worden ingecalculeerd.
Επιχειρηματική ανακάλυψη σημαίνει πειραματισμός, ανάληψη κινδύνων και επίσης αποτυχία.
-
εντοπισμός
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " discovery " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "discovery" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γενική περιγραφή, εντοπισμός και ενσωμάτωση
-
Διαστημικό Λεωφορείο Ντισκάβερι
-
νομική ανακάλυψη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη