Μετάφραση του "dochter" σε Ελληνικά
Οι κόρη, θυγατέρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dochter" σε Ελληνικά.
dochter
noun
feminine
γραμματική
een vrouwelijk kind [..]
-
κόρη
noun feminineθηλυκό παιδί σε σχέση με τους γονείς του [..]
Mijn dochter is van plan te trouwen in juni.
Η κόρη μου έχει πλάνο να παντρευτεί τον Ιούνιο.
-
θυγατέρα
noun feminineEen vrouwelijke nakomeling van een dier (met inbegrip van dat van de mens).
Ik vind het fijn dat ik bij zoveel dochters van God ben.
Είμαι ευχαριστημένος που είμαι ανάμεσα σε τόσες πολλές θυγατέρες του Θεού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dochter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη