Μετάφραση του "doel" σε Ελληνικά

Οι σκοπός, επιδίωξη, τέρμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "doel" σε Ελληνικά.

doel noun verb neuter γραμματική

het punt waarop men zich richt [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκοπός

    noun masculine

    Hij heeft maar een doel in het leven: geld verdienen.

    Έχει μόνο ένα σκοπό στη ζωή: να κερδίζει χρήματα.

  • επιδίωξη

    noun feminine

    Het voornaamste standpunt en doel van de Griekse overheid is dat er in de luchtvaart concurrentie bestaat.

    Η ύπαρξη ανταγωνισμού στις αερομεταφορές αποτελεί βασική θέση και επιδίωξη της ελληνικής κυβέρνησης.

  • τέρμα

    noun neuter

    Kubo scoort op zijn knieën voor het doel.

    Ο Κούμπο σκοράρει ενώ βρίσκεται στα γόνατα μπροστά στο τέρμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στόχος
    • αντικείμενο
    • λόγος
    • κουβέντα
    • προορισμός
    • τιμή-στόχος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " doel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Doel
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γκολ

    sport

    Na Edmonton, een verslaggever vroeg of dat doel stom geluk was.

    Μετά το Έντμοντον, ένας ρεπόρτερ ρώτησε αν αυτό το γκολ ήταν χαζή τύχη.

Φράσεις παρόμοιες με "doel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "doel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη