Μετάφραση του "doen" σε Ελληνικά

Οι κάμνω, βάζω, θέτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "doen" σε Ελληνικά.

doen verb noun neuter γραμματική

een actie ondernemen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάμνω

    verb

    Handelen, zich gedragen.

    Als ik nog iets kan doen, laat het me weten.

    Εάν υπάρχει τίποτε άλλο που μπορώ να κάμω, ελπίζω να με ενημερώσετε.

  • βάζω

    verb

    Waarom laat je je vriendje Rallo dat niet doen?

    Γιατί δε βάζεις το γκόμενό σου, τον Ράλο, να σου το στεγνώσει.

  • θέτω

    verb

    De hierna volgende opmerkingen doen niets af aan het oordeel van de Rekenkamer.

    Οι παρατηρήσεις που ακολουθούν δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση τις γνώμες του Συνεδρίου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάνω
    • βασανίζω
    • φορώ
    • τραυματίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " doen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "doen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "doen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη