Μετάφραση του "dol" σε Ελληνικά

Οι ακατάληπτος, αποκλίνων, ακατανόητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dol" σε Ελληνικά.

dol adjective noun verb masculine γραμματική

onzinnig

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακατάληπτος

    adjective
  • αποκλίνων

    adjective
  • ακατανόητος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη