Μετάφραση του "dons" σε Ελληνικά
Το πούπουλα είναι η μετάφραση του "dons" σε Ελληνικά.
dons
noun
neuter
γραμματική
Zachte, pluizige onvolwassen veren die groeien op jonge vogels. [..]
-
πούπουλα
noun feminineZachte, pluizige onvolwassen veren die groeien op jonge vogels.
Geprepareerde veren en geprepareerd dons en artikelen van veren of van dons; kunstbloemen; werken van mensenhaar
Φτερά και πούπουλα κατεργασμένα και είδη από φτερά ή από πούπουλα. τεχνητά άνθη· τεχνουργήματα από τρίχες κεφαλής ανθρώπου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dons " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "dons"
Φράσεις παρόμοιες με "dons" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ροστόφ στον Ντον
-
Ντον
-
γυναικάς
-
δον κιχώτης
-
Δον Κιχώτης
-
Ντον Άνταμς
-
Ντον Ρόσα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη