Μετάφραση του "dopen" σε Ελληνικά

Το βαφτίζω είναι η μετάφραση του "dopen" σε Ελληνικά.

dopen verb noun γραμματική

iemand ritueel met water besprenkelen of erin onderdompelen en zodoende tot het christelijke geloof toelaten

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαφτίζω

    verb

    Hoe ik preek tegen boomstronken... kippen doop, koeien trouw.

    Ότι κάνω κήρυγμα στα κούτσουρα, βαφτίζω κότες, παντρεύομαι αγελάδες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dopen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dopen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βάπτιση · βάπτισμα · βαφτίσια
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dopen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη