Μετάφραση του "dors" σε Ελληνικά
Οι βακαλάος, μπακαλιάρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dors" σε Ελληνικά.
dors
verb
-
βακαλάος
noun -
μπακαλιάρος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dors " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dors" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άνυδρος
-
διψώ
-
δίψα
-
αλωνίζω · κρουω
-
διψώ · είμαι διψασμένος · θέλω κάτι να πιω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη