Μετάφραση του "doven" σε Ελληνικά

Οι κωφός, σβήνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "doven" σε Ελληνικά.

doven verb noun γραμματική

een vlam uit doen gaan [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κωφός

    adjective masculine

    Al zijn vrienden zijn doof en zijn gehele familie is doof.

    Όλοι οι φίλοι του είναι κωφοί, καθώς και όλη η οικογένειά του.

  • σβήνω

    verb

    Ik heb iets dat de vlammen kan doven.

    Έχω τρόπο να σβήνω τη φωτιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " doven " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "doven" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • είμαι κουφός
  • κουφός · κωφός
  • κουφός · κωφός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "doven" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη