Μετάφραση του "draagbaar" σε Ελληνικά

Οι φορητός, φορείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "draagbaar" σε Ελληνικά.

draagbaar adjective noun feminine γραμματική

een baar waarop iets gedragen kan worden [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φορητός

    noun masculine

    In de gebruiksstand moet een draagbare oprijplaat stevig zijn.

    Τα φορητά κεκλιμένα επίπεδα πρέπει να είναι ασφαλισμένα στη θέση τους για να χρησιμοποιηθούν.

  • φορείο

    noun neuter

    We maken een draagbaar en slepen hem langs de oever.

    Να του φτιάξουμε ένα φορείο να τον σύρουμε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " draagbaar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "draagbaar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "draagbaar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη