Μετάφραση του "draagbaar" σε Ελληνικά
Οι φορητός, φορείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "draagbaar" σε Ελληνικά.
draagbaar
adjective
noun
feminine
γραμματική
een baar waarop iets gedragen kan worden [..]
-
φορητός
noun masculineIn de gebruiksstand moet een draagbare oprijplaat stevig zijn.
Τα φορητά κεκλιμένα επίπεδα πρέπει να είναι ασφαλισμένα στη θέση τους για να χρησιμοποιηθούν.
-
φορείο
noun neuterWe maken een draagbaar en slepen hem langs de oever.
Να του φτιάξουμε ένα φορείο να τον σύρουμε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " draagbaar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "draagbaar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φορητός υπολογιστής
-
φορητή συσκευή αναπαραγωγής πολυμέσων
-
αναγνωριστικό φορητών πολυμέσων
-
Κατηγορία:Φορητές παιχνιδομηχανές
-
φορητή φωτεινή πηγή
-
φορητή συσκευή
-
φορητή άδεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη