Μετάφραση του "duchtig" σε Ελληνικά

Οι εύρωστος, ικανός, δέων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "duchtig" σε Ελληνικά.

duchtig adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εύρωστος

    adjective masculine
  • ικανός

    adjective masculine
  • δέων

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " duchtig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "duchtig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη