Μετάφραση του "duim" σε Ελληνικά

Οι αντίχειρας, ίντσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "duim" σε Ελληνικά.

duim noun verb masculine γραμματική

eerste, kortste en dikste vinger

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντίχειρας

    noun masculine

    vinger

    En de tantra zegt, dat de duim de vorm heeft van een penis.

    Και ένας Ινδός λέει, ότι ο αντίχειρας είναι όπως το πέος.

  • ίντσα

    noun feminine

    Als je wil kan ik, een duim van die platforms afschaven en ze wat veiliger maken.

    Αν θες μπορώ να κόψω μια ίντσα από τα παπούτσια σου και να τα κάνω πιο ασφαλή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " duim " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "duim"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "duim" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη