Μετάφραση του "duivel" σε Ελληνικά

Οι διάβολος, Διάβολος, δαίμονας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "duivel" σε Ελληνικά.

duivel noun masculine γραμματική

Boze geest of persoon die boosaardig of wreed in zijn daden is. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάβολος

    noun masculine

    De een is een wegzakkende engel, de ander is een verrijzende duivel.

    Ο ένας είναι έκπτωτος άγγελος και ο άλλος ένας ανερχόμενο διάβολος.

  • Διάβολος

    noun masculine

    όνομα για να προσδιοριστεί ο αρχηγός των πονηρών πνευμάτων, του κόσμου της αμαρτίας και του κάτω κόσμου

    Wanneer er vroeger een kerel zichzelf de duivel noemde, betekende dat gewoon dat hij van dikke meisjes houd.

    Παλιά, όταν κάποιος αυτοαποκαλούταν Διάβολος σήμαινε πως του άρεσαν οι τροφαντές γυναίκες.

  • δαίμονας

    noun masculine

    En ik ben de duivel die eruit kwam kruipen.

    Κι εγώ είμαι ο δαίμονας που θα βγει απ την έξοδο.

  • ζιζάνιο

    noun neuter

    Je liegt dat je barst, jij kleine duivel.

    Πάλι λες ψέματα, ζιζάνιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " duivel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "duivel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συνήγορος του διαβόλου
  • διαβολική · διαβολικό · διαβολικός · μοχθηρός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "duivel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη