Μετάφραση του "dun" σε Ελληνικά

Οι λεπτός, κοκαλιάρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dun" σε Ελληνικά.

dun adjective verb γραμματική

van geringe dikte [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεπτός

    adjective masculine

    Στενός σε μέγεθος. Ειδικά για ανθρώπους και ζώα, ορίζει κάποιον που έχει λίγο λίπος.

    De korst is dun en goudkleurig en heeft een inkeping in lengterichting.

    Η κόρα του είναι λεπτή, χρυσοκίτρινη και παρουσιάζει χάραξη κατά μήκος.

  • κοκαλιάρης

    Στενός σε μέγεθος. Ειδικά για ανθρώπους και ζώα, ορίζει κάποιον που έχει λίγο λίπος.

    Daarom ben je zo dun.

    Γι'αυτό είσαι τόσο κοκαλιάρης, ξέρεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dun " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dun" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λεπτό στρώμα
  • Θανατηφόρος Βοηθός
  • Λεπτό έντερο · λεπτό έντερο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dun" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη