Μετάφραση του "duurzaam" σε Ελληνικά
Οι ανθεκτικός, γερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "duurzaam" σε Ελληνικά.
duurzaam
adjective
γραμματική
lang meegaand [..]
-
ανθεκτικός
adjective masculineDeze goedkope en duurzame diskette is inmiddels een wereldwijde standaard.
Αυτός ο δίσκος έχει καταστεί πρότυπο σε διεθνή κλίμακα και είναι φθηνός και ανθεκτικός.
-
γερός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " duurzaam " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "duurzaam" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δείκτης βιώσιμης ανάπτυξης
-
βιώσιμη κινητικότητα
-
Αειφόρος ανάπτυξη · αειφόρος ανάπτυξη · βιώσιμη ανάπτυξη
-
μη διαρκές αγαθό
-
βιώσιμη δασοκομία
-
οικοτουρισμός
-
Αειφόρος σχεδίαση
-
βιώσιμη γεωργία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη