Μετάφραση του "dwingen" σε Ελληνικά

Οι αναγκάζω, υποχρεώνω, εξαναγκάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dwingen" σε Ελληνικά.

dwingen verb γραμματική

iemand tegen zijn wil iets opleggen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναγκάζω

    verb

    In deze gevangenis worden sommige beklaagden opgesloten, mishandeld en gedwongen om valse bekentenissen af te leggen.

    Στη συγκεκριμένη φυλακή ορισμένοι κατηγορούμενοι κρατούνται, γίνονται αντικείμενο κακοποίησης και αναγκάζονται να προβούν σε ψευδείς ομολογίες.

  • υποχρεώνω

    verb

    Het systeem maakt de bestuurder attent op seincondities en dwingt hem beperkende aspecten te bevestigen.

    Υπενθυμίζει στο μηχανοδηγό τις συνθήκες σηματοδότησης και τον υποχρεώνει να επικυρώνει τις περιοριστικές συνθήκες.

  • εξαναγκάζω

    verb

    Iemand gebruikt haar om mij te dwingen iets te doen.

    Τη χρησιμοποιούν για να με εξαναγκάσουν να κάνω κάτι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dwingen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dwingen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dwingen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη