Μετάφραση του "echt" σε Ελληνικά

Οι αυθεντικός, αληθινός, αλήθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "echt" σε Ελληνικά.

echt adjective noun adverb masculine neuter γραμματική

Zonder vervalsing of namaak. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυθεντικός

    adjective masculine

    Misschien is dit de echte en die in het Rijksmuseum nep.

    Μπορεί αυτός να είναι ο αυθεντικός και εκείνος στο μουσείο Rijksmuseum's ο πλαστός.

  • αληθινός

    adjective masculine

    Een echte moordenaar had Dungatar de finale laten verliezen.

    Ένας αληθινός φονιάς θα είχε χαλάσει τον τελικό του Ντάνγκαταρ.

  • αλήθεια

    noun feminine

    Ik vond de soep echt lekker.

    Στ' αλήθεια μου άρεσε η σούπα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πραγματικά
    • πραγματικός
    • γνήσιος
    • όντως
    • αληθινά
    • πράγματι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " echt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "echt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "echt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη