Μετάφραση του "eenwording" σε Ελληνικά

Το ενοποίηση είναι η μετάφραση του "eenwording" σε Ελληνικά.

eenwording noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενοποίηση

    noun feminine

    Er moet constant aan de Europese eenwording gewerkt worden en onze vorderingen op dit gebied moeten geconsolideerd worden.

    Η ευρωπαϊκή ενοποίηση πρέπει να οικοδομείται συνέχεια και να ενισχύεται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eenwording " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eenwording" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eenwording" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη