Μετάφραση του "eerst" σε Ελληνικά

Οι πρώτος, πρώτα, πρωτίστως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eerst" σε Ελληνικά.

eerst adverb

Tijdens een vroeger moment. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρώτος

    adjective masculine

    Geen voorganger hebbend. Het getal dat overeenkomt met één.

    Ik trap de deur in en ga eerst naar binnen.

    Θα ορμήσω στη πόρτα και θα μπω πρώτος.

  • πρώτα

    adverb masculine

    Ik wil eerst de laatste vraag beantwoorden.

    Θέλω ν' απαντήσω στην τελευταία ερώτηση πρώτα.

  • πρωτίστως

    adverb masculine

    Om na te gaan of dit doel kan worden bereikt, moest eerst de term belangrijkste basisoverheidsdiensten worden gedefinieerd.

    Για την επίτευξη του στόχου αυτού έπρεπε να προσδιοριστεί πρωτίστως ο όρος βασικές δημόσιεςπηρεσίες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eerst " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eerst" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eerst" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη