Μετάφραση του "eeuwig" σε Ελληνικά

Οι αιώνιος, αέναος, ακατάπαυστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eeuwig" σε Ελληνικά.

eeuwig adjective adverb γραμματική

voortdurend, zonder einde [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιώνιος

    adjective masculine

    Steve Rifton, ik ben de rechtmatige en eeuwige wereldkampioen, en jij bent er geweest.

    Στηβ Ρίφτον, είμαι ο νόμιμος και αιώνιος παγκόσμιος πρωταθλητής και εσύ είσαι νεκρός!

  • αέναος

    adjective masculine

    De eeuwige cyclus van de molen.

    Ο αέναος κύκλος του μύλου.

  • ακατάπαυστος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αιώνια
    • αιωνίως
    • συνεχώς
    • αδιάκοπος
    • παντοτινός
    • διαρκής
    • διηνεκής
    • άίδιος
    • πάντα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eeuwig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eeuwig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eeuwig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη