Μετάφραση του "eg" σε Ελληνικά
Οι σβάρνα, βωλοκόπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eg" σε Ελληνικά.
eg
noun
verb
feminine
γραμματική
een landbouw- of tuinbouwwerktuig dat gebruikt wordt voor het zaaiklaar maken van de grond
-
σβάρνα
noun feminine -
βωλοκόπος
masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eg " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "eg" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Συμβούλιο Υπουργών της ΕΚ
-
ενδοκοινοτικά σύνορα
-
οδηγία της ΕΚ σχετικά με τη διάθεση των αποβλήτων
-
απόφαση ΕΚ
-
νομολογία ΕΚ
-
προσφυγή στο διαμεσολαβητή ΕΚ
-
συνθήκη προσχωρήσεως ΕΚ
-
μεικτή επιτροπή ΕΚ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη