Μετάφραση του "eg" σε Ελληνικά

Οι σβάρνα, βωλοκόπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eg" σε Ελληνικά.

eg noun verb feminine γραμματική

een landbouw- of tuinbouwwerktuig dat gebruikt wordt voor het zaaiklaar maken van de grond

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σβάρνα

    noun feminine
  • βωλοκόπος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eg " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eg" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eg" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη