Μετάφραση του "eierschaal" σε Ελληνικά

Οι κέλυφος, τσόφλι, αβγότσουφλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eierschaal" σε Ελληνικά.

eierschaal

De schaal of buitenste bedekking van een ei.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κέλυφος

    noun neuter

    Om de eierschaal te vervormen, is een gemiddelde kracht van ten minste 32 N nodig.

    Η ελάχιστη δύναμη που απαιτείται κατά μέσο όρο για τη θραύση του κελύφους είναι 32 N.

  • τσόφλι

    noun neuter

    Daphne deed er een paar eierschalen en piment in.

    Η Δάφνη έβαλε μέσα τσόφλι αυγών και κάτι μπαχαρικά.

  • αβγότσουφλο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eierschaal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eierschaal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη