Μετάφραση του "eigenschap" σε Ελληνικά

Οι ιδιότητα, ποιότητα, χαρακτηριστικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eigenschap" σε Ελληνικά.

eigenschap noun feminine γραμματική

een gegeven karakteristiek die eigen is aan een bepaalde persoon of zaak [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιότητα

    noun feminine

    filosofie

    Dit bloed bevat een unieke eigenschap dat stolling volledig voorkomt.

    Αυτό το αίμα έχει μια ιδιότητα που εμποδίζει τελείως την πήξη.

  • ποιότητα

    noun feminine

    Voorwaarden voor gecontroleerd storten, inclusief de eigenschappen van het percolatiewater na verwijdering

    Προϋποθέσεις ελεγχόμενης απόρριψης, συμπεριλαμβανομένης της ποιότητας των αποπλυμάτων κατά την τελική διάθεση.

  • χαρακτηριστικό

    noun neuter

    Deze eigenschap is verplicht en moet bij iedere gegevenstransmissie voor iedere individuele waarneming worden verstrekt.

    Το εν λόγω χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι υποχρεωτικό και παρέχεται με τη διαβίβαση στοιχείων κάθε μεμονωμένης παρατήρησης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eigenschap " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eigenschap" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eigenschap" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη