Μετάφραση του "eikel" σε Ελληνικά
Οι βλάκας, βελανίδι, ηλίθιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eikel" σε Ελληνικά.
eikel
noun
masculine
γραμματική
vrucht van de eik [..]
-
βλάκας
noun masculineJe hoeft niet om te gaan met eikels zoals deze die je dochters de hele week lastigvallen.
Δεν υπάρχει λόγος να ασχολείσαι με βλάκες που παρενοχλούν τις κόρες σου.
-
βελανίδι
noun neuterVrucht van de eikenboom.
Uit een klein eikeltje groeit een kolossale eikenboom — echt een wonder van de schepping!
Από ένα μικροσκοπικό βελανίδι γεννιέται μια επιβλητική βελανιδιά—ένα ακόμη θαύμα της δημιουργίας!
-
ηλίθιος
noun masculineHij is een zelfverachtend, machtsgeil, pompeus eikeltje.
Είναι ένας σιχαμένος, εξουσιομανής, αλαζόνας ηλίθιος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πουτσοκέφαλος
- βeλανίδι
- βάλανος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eikel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη