Μετάφραση του "eindelijk" σε Ελληνικά

Οι επιτέλους, τελικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eindelijk" σε Ελληνικά.

eindelijk adverb

na een (te) lange tijd. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτέλους

    adverb

    Volgens mij ben ik daar eindelijk klaar voor.

    Νομίζω ότι είμαι επιτέλους έτοιμη να το κάνω.

  • τελικά

    adverb

    Kijk wiens mama hem eindelijk uit het huis heeft gelaten.

    Look του οποίου η μαμά τελικά τον αφήσει έξω από το σπίτι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eindelijk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eindelijk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη