Μετάφραση του "elasticiteit" σε Ελληνικά
Οι ελαστικότητα, Ελαστικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elasticiteit" σε Ελληνικά.
De bekwaamheid van een materiaal om terug te keren naar de originele staat na vervorming.
-
ελαστικότητα
noun feminineDe bekwaamheid van een materiaal om terug te keren naar de originele staat na vervorming.
De manuele bewerking van de kaas verleent hem zijn karakteristieke elasticiteit.
Η χειρωνακτική κατεργασία προσδίδει στο τυρί την χαρακτηριστική του ελαστικότητα.
-
Ελαστικότητα
Ελαστικότητα είναι η ιδιότητα υλικών σωμάτων να επανέρχονται στο αρχικό τους σχήμα μετά από άσκηση εξωτερικής τάσης.
De manuele bewerking van de kaas verleent hem zijn karakteristieke elasticiteit.
Η χειρωνακτική κατεργασία προσδίδει στο τυρί την χαρακτηριστική του ελαστικότητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elasticiteit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate