Μετάφραση του "emigrant" σε Ελληνικά
Οι μετανάστης, απόδημος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "emigrant" σε Ελληνικά.
emigrant
Iemand die een land verlaat om te gaan verder leven in een ander. [..]
-
μετανάστης
noun masculineIn de tweede plaats is de maatregel van toepassing ongeacht de financiële middelen van elke emigrant.
Δεύτερον, το μέτρο εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τα οικονομικά μέσα που διαθέτει κάθε μετανάστης.
-
απόδημος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " emigrant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη