Μετάφραση του "enclave" σε Ελληνικά

Οι θύλακας, νησίδα, νησί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enclave" σε Ελληνικά.

enclave noun masculine γραμματική

omsloten gebied

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θύλακας

    Transacties van de enclaves met ingezetenen van de thuiseconomieën vallen er niet onder.

    Εξαιρούνται οι συναλλαγές με κατοίκους των χωρών που εκπροσωπούνται από τους θύλακες.

  • νησίδα

    noun feminine
  • νησί

    noun neuter
  • Περίκλειστο και αποσπασμένο έδαφος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " enclave " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "enclave" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "enclave" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη