Μετάφραση του "enkel" σε Ελληνικά

Οι αστράγαλος, μόνο, απλώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enkel" σε Ελληνικά.

enkel adjective noun adverb masculine γραμματική

niet dubbel, bijvoorbeeld enkel spoor, enkele reis [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αστράγαλος

    noun masculine

    Een gewricht tussen voet en been. [..]

    Ik neem dit bed, omdat ik de oudste ben en een gebroken enkel heb.

    Θα πάρω αυτό το κρεβάτι, γιατί είμαι ο μεγαλύτερος και ο αστράγαλος μου έχει κάταγμα.

  • μόνο

    adverb neuter

    Tom eet enkel wit vlees.

    Ο Τομ τρώει μόνο λευκό κρέας.

  • απλώς

    adverb

    Ik wil enkel voorstellen te verklaren, dat een dergelijk beginsel in zo een situatie toepasselijk is .

    Προτείνω απλώς στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι μια τέτοια αρχή μπορεί να τύχει εφαρμογής σε παρόμοια περίπτωση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μοναδικός
    • καθαρός
    • παστρικός
    • μεμονωμένος
    • ποδοκνημική άρθρωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " enkel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "enkel"

Φράσεις παρόμοιες με "enkel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "enkel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη